Μολυσματικό Κηρίο

Το μολυσματικό κηρίο είναι μια επιφανειακή λοίμωξη του δέρματος, μεταδοτική, που εμφανίζεται κυρίως σε ασθενείς παιδικής ηλικίας, τους ζεστούς και υγρούς μήνες του χρόνου και προκαλείται σε μεγαλύτερο ποσοστό από τον χρυσίζων σταφυλόκοκκο αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις  από τον Στρεπτόκοκκο.

Είναι η συχνότερη δερματική βακτηριακή λοίμωξη στα παιδιά καθώς υπολογίζεται ότι αποτελεί το 5 – 10% των επισκέψεων στο δερματολόγο και εμφανίζει ίδια επίπτωση σε αγόρια και κορίτσια.

Κλινικά χαρακτηρίζεται από μία ερυθρή πλάκα, μικρού μεγέθους συνήθως, η οποία τις περισσότερες φορές καλύπτεται από μια μελιτόχροη κρούστα, σαν το χρώμα του μελιού δηλαδή που καθιστά με αυτό τον τρόπο την βλάβη χαρακτηριστική και αρκετά εύκολη να διαγνωστεί.

Το μολυσματικό κηρίο παρουσιάζεται συχνότερα στην πρώιμη παιδική ηλικία αν και είναι δυνατόν να προσβληθούν και άτομα όλων των ηλικιών. Παρατηρείται έξαρση στις εύκρατες ζώνες, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες σε περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ζέστη και υγρασία. Συχνές πηγές μόλυνσης των παιδιών θεωρούνται τα κατοικίδια, τα ρυπαρά ρούχα, τα άλλα παιδιά στα σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς. Πολύ συχνά το μολυσματικό κηρίο μπορεί να εμφανιστεί σε παιδί μετά από προσβολή του τριχωτού από ψείρες λόγω του έντονου κνησμού που δημιουργεί, αλλά και γενικότερα μετά από δερματικές καταστάσεις που δημιουργούν το αίσθημα της φαγούρας.

Η θεραπεία του μολυσματικού κηρίου χωρίζεται σε τοπική και συστηματική ανάλογα με την έκταση των βλαβών αλλά και την εντόπιση τους. Σε περιστατικά χωρίς επιπλοκές και περιορισμένη έκταση  χορηγούνται τοπικοί αντιβιωτικοί παράγοντες όπως μουπιροσίνη, φουσιδικό ενώ σε πιο επιπλεγμένες μολύνσεις με μεγαλύτερη έκταση προτιμάται η συστηματική χορήγηση αντιβιωτικών με την ερυθρομυκίνη, κλινταμυκίνη να αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας.