Κρυολιπόλυση

Η  Κρυολιπόλυση αποτελεί την αναίμακτη μέθοδο για την καταπολέμηση του τοπικού πάχους που συσσωρεύεται σε περιοχές όπως η κοιλιά,οι γλουτοί,οι εσωτερικές επιφάνειες των μηρών,τα μπράτσα. Η όλη φιλοσοφία  της μεθόδου αυτής βασίζεται στην ευαισθησία των λιποκυττάρων  στις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες.

Πρόκειται δηλαδή για μια ιατρικά τεκμηριωμένη μέθοδο η οποία χρησιμοποιεί ουσιαστικά το ψύχος με σκοπό την καταστροφή των λιποκυττάρων του υποδόριου ιστού, χωρίς να βλάπτονται οι παρακείμενοι ιστοί.

Με τη χρήση διαφορετικού μεγέθους και μορφολογίας κεφαλών, γίνεται αναρρόφηση και «εγκλωβισμός» του λίπους στο εκάστοτε σημείο εφαρμογής. Η απομόνωση του λίπους μέσα στις κεφαλές προκαλεί τη βαθιά και ομοιόμορφη κατανομή του ψύχους και ταυτόχρονα τη μείωση της αιματικής κυκλοφορίας τοπικά. Η κρυσταλλοποίηση των λιποκυττάρων οδηγεί στην απόπτωσή τους τις επόμενες εβδομάδες ενώ η απομάκρυνση τους γίνεται σταδιακά μέσω του λεμφαγγειακού και ουροποιητικού μας συστήματος.

Η διαδικασία είναι πολύ ασφαλής και ανώδυνη ,για το λόγο αυτό δεν χρειάζεται να προηγηθεί κάποιου είδος τοπικής αναισθησίας. Η περιοχή προς θεραπεία αποστειρώνεται με ειδικά αντισηπτικά σπρέυ και μετά εφαρμόζονται οι κεφαλές οι οποίες αναρροφούν την περίσσια λίπους και την ψύχουν σε σταθερά χαμηλή θερμοκρασία για περίπου μια ώρα.

Αμέσως μετά την θεραπεία μπορεί να παρατηρηθεί ερυθρότητα στο σημείο, μούδιασμα και σε λίγες περιπτώσεις ήπιος κνησμός. Στις εβδομάδες που ακολουθούν, τα «παγωμένα» λιποκύτταρα φαγοκυτταρώνονται και αποπίπτουν, με αποτέλεσμα να απορροφώνται από τον οργανισμό μέσω μίας φυσιολογικής ανοσολογικής διεργασίας του σώματος.

Ο ενδεδειγμένος αριθμός συνεδριών ανά περιοχή είναι 1-3 σε διάστημα 6 μηνών με μεσοδιάστημα 1,5 μήνα ενώ μπορεί να γίνει επανατοποθέτηση σε άλλα σημεία σε 15 ημέρες. Γενικά πάντως για τη μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων της κρυολιπόλυσης συστήνεται ολιγόλεπτο μασάζ στην περιοχή που έχει προηγηθεί εφαρμογή ενώ η απόδοση της θεραπείας αυξάνεται όταν ιδανικά 3 εβδομάδες πριν την εφαρμογή και στα μεσοδιαστήματα μεταξύ των συνεδριών ακολουθείται διατροφή πλούσια σε μονοακόρεστα, μέτρια σε πολυακόρεστα και φτωχή σε κορεσμένα λιπαρά οξέα.