Γράφει ο Βασίλειος Χρυσοχέρης, Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος & επιστημονικός συνεργάτης του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.


Η ψωρίαση είναι μια αυτοάνοση φλεγμονώδης, μη μεταδοτική πάθηση του δέρματος και των αρθρώσεων. Κύρια σημεία εντόπισης είναι οι αγκώνες, τα γόνατα, το τριχωτό της κεφαλής, τα νύχια. Το χαρακτηριστικό εξάνθημα της ψωρίασης είναι η ερυθρή πλάκα με το έντονο λέπι που ενίοτε συνοδεύεται από έντονο κνησμό.

Οι άντρες και οι γυναίκες προσβάλλονται το ίδιο συχνά, ενώ 2 τύποι είναι χαρακτηριστικοί:

-Τύπος Ι : πρώιμη έναρξη, συνήθως στην εφηβική ηλικία, με βαρύτερη πρόγνωση και θετικό οικογενειακό ιστορικό
-Τύπος ΙΙ : Όψιμη έναρξη, ηπιότερη κλινική εικόνα, χωρίς θετικό οικογενειακό ιστορικό.

Παρότι γνωρίζουμε το γενετικό υπόβαθρο της νόσου, υπάρχουν εκλυτικοί παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν την εμφάνιση ή την επιδείνωση της ψωρίασης όπως μια στρεπτοκοκκική λοίμωξη, κάποια φάρμακα, το στρες, το κάπνισμα και το αλκοόλ.

Η θεραπευτική προσέγγιση των ασθενών πρέπει να γίνεται πολύ προσεχτικά, λαμβάνοντας υπόψιν την έκταση της ψωρίασης, την ψυχολογική επιβάρυνση του ασθενούς αλλά και τις προηγηθείσες θεραπείες.

Για την χορήγηση λοιπόν του κατάλληλου φαρμάκου χρησιμοποιούνται διάφοροι δείκτες μέτρησης της σοβαρότητας της ψωρίασης που έχουν να κάνουν με την έκταση της στο σώμα αλλά και δείκτες που υπολογίζουν την ποιότητα ζωής των ασθενών. Για τον λόγο αυτό έχουμε πολλές επιλογές από τοπικά σκευάσματα με κορτιζόνη, παράγωγα της vit. D έως συστηματικά ανοσοκατασταλτικά όπως μεθοτρεξάτη, κυκλοσπορίνη, ασιτρεκίνη.

Θα πρέπει από την αρχή να ξεκαθαριστεί ότι δεν υφίσταται προς το παρόν ριζική θεραπεία της νόσου και ότι οι εφαρμοζόμενες θεραπευτικές αγωγές απλά συντελούν στην εξαφάνιση του εξανθήματος από το δέρμα (κάθαρση). H θεραπευτική αντιμετώπιση διαφέρει από μορφή σε μορφή ψωρίασης αλλά και από ασθενή σε ασθενή. Συνήθως αρχίζουμε με ήπια θεραπεία για να συνεχίσουμε με μία άλλη εντονότερη. H επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου εξαρτάται ακόμη από την εντόπιση της νόσου, από την ηλικία του/της ασθενούς, από την νοσηλεία στο νοσοκομείο ή όχι και από την εκτίμηση του/της δερματολόγου. O/η γιατρός θα σταθμίσει την κατάσταση του/της ασθενούς, και θα επιλέξει την καταλληλότερη θεραπευτική προσέγγιση. Για αυτό απαιτείται συνεργασία γιατρού-ασθενούς και απόλυτη εμπιστοσύνη στην επιλογή του/ της δερματολόγου. θεραπεία της νόσου γίνεται με πολλούς τρόπους και είναι είτε τοπική, είτε συστηματική. Στην τοπική θεραπευτική αγωγή περιλαμβάνονται: κερατολυτικές κρέμες και αλοιφές (σαλικυλικό οξύ, ευσερίνη, βαζελίνη, πίσσα, ανθραλίνη), τοπικά κορτικοστεροειδή (απαιτείται προσοχή στη χρησιμοποίησή τους και πλήρης συμμόρφωση με τις οδηγίες του/της δερματολόγου) και τα τοπικά ρετινοειδή με υπεριώδη ακτινοβολία B (UVB). Στη συστηματική θεραπευτική αγωγή της νόσου υπάγονται η μεθοτρεξάτη (αποτελεσματική αλλά ηπατοτοξική), τα ρετινοειδή, (βοηθούν σημαντικά αν και έχουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες), η φωτοχημειοθεραπεία-PUVA (δύσκολη στην εφαρμογή της επειδή απαιτείται ειδική μονάδα) και η κυκλοσπορίνη (πολύ αποτελεσματική με ελεγχόμενες και ανατάξιμες ανεπιθύμητες ενέργειες).